Δέκα χρόνια μόνο ανάπτυξη βλέπει η Τυροσύρα

Δέκα χρόνια μόνο ανάπτυξη βλέπει η Τυροσύρα

Περισσότερα ζώα στον στάβλο, περισσότερο γάλα στο τυροκομείο και περισσότεροι κωδικοί στο ράφι, με κινητήριο δύναμη τη δικαίωση της αναγνώρισης από τον κόσμο. Η ομάδα της Τυροσύρα συμπληρώνει 10 χρόνια προσπαθειών και δημιουργικότητας με την είσοδο στη νέα δεκαετία…ωρίμανσης αυτού του πρωτότυπου συλλογικού σχήματος που απαρτίζουν Συριανοί κτηνοτρόφοι και τυροκόμοι να γίνεται με το λανσάρισμα ενός νέου τυριού.  Ο «Αρμεός» γίνεται η νέα έμπευση που είναι έτοιμη να κυκλοφορήσει από την Τυροσύρα. Ο Γιάννης Περρής, συντονιστής των προσπαθειών της ομάδας, μιλά στον Τυροκόμο για αυτόν τον καινούργιο κωδικό που αναμένεται ότι θα συναρπάσει το πιστό πλέον καταναλωτικό κοινό της συριανής ομάδας, η οποία έχει ως σήμα κατατεθέν της την Φραγκοσυριανή αλλά και το τυρί Σαν Μιχάλη για το οποίο διαθέτει την αυθεντική συνταγή.

Γευστικά τον «Αρμεό» τον «παρακίνησε» ο ευρηματικός σεφ, Κώστας Μπουγιούρης, ο οποίος αναζητούσε ένα λευκό, κάπως ξινό μαλακό τυρί, γέννημα θρέμα του νησιού, που να μπορούσε να συνοδεύσει τις σαλάτες που σερβίρει στο «Ηλιοβασίλεμα», το πολυβραβευμένο εστιατόριο στην αγαπημένη του Μάρκου Βαμβακάρη παραλία, τον Γαλησσά. Ο ίδιος βάφτισε το τυρί που θυμίζει τα αλειφωτά των Κυκλάδων και της Κρήτης, αντλώντας έμπνευση από την διπλανή παραλία Αρμεό, που λειτουργεί και σαν ένα λογοπαίγνιο με το «αρμέγω», όπως θα πει ο Γιάννης Περρής. Η ζήτηση που γνωρίζουν τα γευστικά τυριά της Τυροσύρα, οδήγησε αναγκαστικά στην αύξηση του ζωικού κεφαλαίου της ομάδας, με τους στάβλους των παραγωγών να γεμίζουν με συν 30% περισσότερα πρόβατα και αίγες αλλά και συν 25% αγελάδες. Στο μεταξύ, η ζήτηση ακολουθεί μια σταθερά ανοδική πορεία, με το brand να αποκτά κοινό στις Κυκλάδες αλλά και τις δύο μεγαλουπόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας. Περίπου το 40% της διαθέσιμης παραγωγής τυριών γίνεται ανάρπαστο στην Αθήνα, ενά 25% καταναλώνεται στη Σύρο ενώ η Θεσσαλονίκη αποτελεί τον προορισμό για το 25% της παραγωγής. Παραγγελίες φεύγουν και στη Σαντορίνη σε ποσοστό περίπου 10%, ενώ το υπόλοιπο 5% φτάνει στην υπόλοιπη επικράτεια της χώρας.