Τα αμπελοοινικά «διαμάντια» της Ηπείρου

Τα αμπελοοινικά «διαμάντια» της Ηπείρου

Χαρακτηρίζονται ως «θησαυροί» ή «διαμάντια» της Ηπείρου. Είναι οι γηγενείς ποικιλίες των αμπελώνων που απλώνονται σε Ζίτσα, Μέτσοβο, Κόνιτσα, Μαστοροχώρια, Πωγωνιανή και πολλές άλλες περιοχές που έχουν τη δική τους ταυτότητα, μιλούν τη δική τους «γλώσσα», εξιστορούν το παρελθόν, την παράδοση και την κληρονομιά της γης που τις παράγει.

Τις ποικιλίες αυτές, πόσες ακριβώς είναι και πώς αξιολογούνται, κλήθηκαν να «εξερευνήσουν» η ομάδα του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ, συνεργαζόμενα πανεπιστήμια, οινοποιεία και τοπικοί φορείς της Ηπείρου, στο πλαίσιο ερευνητικού έργου με τον τίτλο «Πύρρου Αμπελος», που χρηματοδοτήθηκε από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα «Ήπειρος 2014 – 2020» της Περιφέρειας Ηπείρου.

«Η Ηπειρος έχει μεγάλο πλούτο», υπογράμμισε η Θεοδώρα Πιτσώλη, ειδική αμπελουργίας του Τμήματος Αμπέλου Αθηνών, του Ινστιτούτου Ελιάς, Υποτροπικών φυτών και Αμπέλου του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ, κατά την παρουσίαση των συμπερασμάτων του ερευνητικού έργου, στο πλαίσιο ημερίδας που πραγματοποιήθηκε σε χώρο της «Zoinos Winery» στη Ζίτσα Ιωαννίνων, ενώπιον αμπελουργών, οινοποιών, επιστημόνων, παραγόντων της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Ο στόχος του πρότζεκτ, με την επωνυμία «Πύρρου Αμπελος», ήταν διττός: από τη μία η καταγραφή και διάσωση του ποικιλιακού ηπειρωτικού πλούτου, των ποικιλιών αμπέλου και από την άλλη η αξιολόγηση και η ταυτοποίησή του. «Βλέπουμε σε όλη την Ελλάδα, παραγωγικοί αμπελώνες πως αποξηλώνονται, καταστρέφονται και χάνονται οι παλιές γηγενείς ποικιλίες. Ευτυχώς, στην Ηπειρο δεν έχει συμβεί αυτό, λόγω της γεωμορφολογίας. Πολλές ποικιλίες έχουν σωθεί διότι ήταν μέσα σε σπίτια, σε αυλές» συμπλήρωσε η κ. Πιτσώλη.

Οπως είπε η ειδικός αμπελουργίας, στα τέλη του 2018 ξεκίνησαν οι πρώτες καταγραφές στην Ηπειρο και για το επόμενο χρονικό διάστημα ακολούθησαν συμπληρωματικές σημάνσεις. Σε δηλώσεις της στο ΑΠΕ-ΜΠΕ σημείωσε ακόμη πως όλες οι ποικιλίες έχουν τη σημαντικότητά τους, ωστόσο από αμπελουργικής άποψης «το να σώσεις γηγενείς ποικιλίες είναι ο πλούτος της χώρας. Είναι η εθνική μας κληρονομιά».

Μπορεί, δε, η Ηπειρος να φημίζεται στους λάτρεις του κρασιού για τη Ντεμπίνα, το Βλάχικο και το Μπεκάρι, ωστόσο διαθέτει τελικώς 30-35 γηγενείς ποικιλίες, ενώ υπάρχουν και κάποιες ακόμη που είναι άγνωστες και απαιτούν ένα δεύτερο επίπεδο μελέτης.

Β. Αργύρης, πρόεδρος Ζοίνος Α.Ε.: «Οι αμπελώνες αποτελούν κομμάτι της ιστορίας της Ηπείρου»

«Οι αμπελώνες μας, από τα παλιά χρόνια αποτελούν κομμάτι της ιστορίας, του πολιτισμού και της γαστρονομίας των περιοχών της Ηπείρου, στις οποίες ευδοκιμούν. Αυτό θέλει να τονίσει και ο τίτλος της έρευνας “Πύρρου Αμπελος”, ότι η ιστορία της αμπελοκαλλιέργειας στην πατρίδα μας χάνεται στα βάθη του χρόνου. Κάθε γηγενής ποικιλία φέρει μια μοναδική γεύση στο προϊόν, μια ιδιαίτερη αρωματική προσωπογραφία, που αντανακλά στον χαρακτήρα του τόπου όπου καλλιεργείται» ανέφερε στον χαιρετισμό του, στη διάρκεια της ημερίδας, ο Βαγγέλης Αργύρης, πρόεδρος της Ζοίνος Α.Ε.

Οπως είπε ο κ. Αργύρης, «οι γηγενείς ποικιλίες είναι κάτι περισσότερο από την παραγωγή ενός καταναλωτικού προϊόντος, ενός κρασιού. Κάθε τοπική ποικιλία αμπέλου είναι σαν να μιλά μια δική της γλώσσα. Που μιλά για τη γεωμορφολογία και την ιδιαίτερη βιοποικιλότητα του τόπου, που ευνοεί την ανάπτυξή της, για τη μοναδικότητα στη γεύση και στο άρωμα του κρασιού που παράγει».

Ολη αυτή η ιστορία του κρασιού, με βάση τα όσα τόνισε ο πρόεδρος της Ζοίνος, είναι περασμένη «στην κυτταρική μνήμη, μεταδίδεται από γενιά σε γενιά και έτσι, κάθε φιάλη γίνεται φορέας της ιστορίας του αμπελώνα, του οινοποιού και της γης που το παράγει».

Δήμαρχος Ζίτσης: «Να εκπαιδευτούμε όλοι»

Στη σπουδαιότητα του ερευνητικού έργου αναφέρθηκε, από την πλευρά του, ο δήμαρχος Ζίτσης Μιχάλης Πλιάκος, λέγοντας συγκεκριμένα πως «το αμπέλι είναι ένα φυτό που σε “τραβάει”. Μπορεί να μεγάλωσα στα αμπέλια, οι εργασίες να είναι οικεία διαδικασία, όμως κατάλαβα πως πρέπει να μάθουμε, να καταγράψουμε τι έχουμε, πού ποντάρουμε, πού στοχεύουμε και να εκπαιδευτούμε όλοι».

Ο δήμαρχος Ζίτσης χαρακτήρισε το «Πύρρου Άμπελος» ως το πρώτο μεγάλο βήμα, που δίνει πλούσια πληροφόρηση. «Πρέπει να έρθουν και τα επόμενα βήματα. Να εκπαιδευτούν οι παραγωγοί και ιδιαίτερα τους νεότεροι, να βοηθηθούν οι νέοι αμπελοκαλλιεργητές, τα οινοποιεία» τόνισε ο κ. Πλιάκος.

Στην καταγραφή και αξιολόγηση των γηγενών ποικιλιών αμπέλου αναφέρθηκαν επίσης ο αντιπεριφερειάρχης Ηπείρου, αρμόδιος για θέματα εγκαταστάσεων Πρωτογενούς Τομέα Πρόδρομος Γαϊτανίδης, ο πρόεδρος της Κεντρικής Συνεταιριστικής Ενωσης Αμπελοοινικών Προϊόντων (ΚΕΟΣΟΕ) Χρήστος Μάρκου και ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Αμπέλου και Οίνου (ΕΔΟΑΟ) Κώστας Ευσταθίου.

Ανάγκη για συνέχεια του ερευνητικού προγράμματος

Στη διάρκεια της ημερίδας, με την οποία «έκλεισε» ο πρώτος κύκλος του ερευνητικού προγράμματος, αρκετοί από τους ομιλητές τόνισαν την ανάγκη να συνεχιστεί η μελέτη με μία δεύτερη φάση, όπου θα υπάρχει ακόμη μεγαλύτερη εξειδίκευση.

Επίσης, αναλύθηκαν σημαντικά θέματα όπως οι ιοί που ταλαιπωρούν τα αμπέλια, ο μοριακός χαρακτηρισμός γηγενών ποικιλιών, τα αμπελοοινικά χαρακτηριστικά και γονιδιακά δίκτυα, εξετάστηκαν οι οινικές διαδρομές στα μονοπάτια του «Πύρρου Άμπελος», αξιολογήθηκαν οι γηγενείς ποικιλίες κάτω από επαναλαμβανόμενες υδατικές καταπονήσεις, έγινε εκτίμηση του οινικού δυναμικού γηγενών ποικιλιών και αναλύθηκαν τα δεδομένα.

Εκτός από την κ. Πιτσώλη που είχε δύο παρουσιάσεις και τον κεντρικό συντονισμό της ημερίδας, ομιλητές ήταν επίσης από την ομάδα του ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ η Πολυξένη Παππή, η Αλίκη Καπάζογλου και ο Ανδρέας Ντούλης, η καθηγήτρια του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών Ελένη Τάνη, η χημικός – οινολόγος της Ζοίνος ΑΕ Ελένη Σίντου, ο καθηγητής του πανεπιστημίου Ιωαννίνων Χαράλαμπος Σταμάτης, ο χημικός κ.Λαμπρόπουλος, ενώ τα δεδομένα του προγράμματος ανέλυσε ο κ. Αρχοντάκης.

Η φετινή υψηλή τιμή για τους παραγωγούς της Λέσβου, στους περισσότερους από αυτούς, δεν θα καλύψει παρά τη ζημιά της μικρής παραγωγής ενός μοναδικής αξίας ποιοτικού προϊόντος.